παραβλέπω

παραβλέπω
(αόρ. (ε)παράβλεψα, παρέβλεψα) 1. μετ. не замечать (чего-л.); упускать (что-л.); пренебрегать (чём-л.); небрежно, халатно относиться (к чему-л.);

παραβλέπω τα καθήκοντα μου — халатно относиться к своим обязанностям;

2. αμετ.
1) проходить мимо, смотреть сквозь пальцы; 2) очень хорошо видеть, иметь очень хорошее зрение;

βλέπω και παραβλέπω — отчётливо видеть;

δεν παραβλέπω — плохо видеть


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "παραβλέπω" в других словарях:

  • παραβλέπω — 1 παρέβλεψα και παράβλεψα βλ. πίν. 9 2 παραείδα βλ. πίν. 110 Σημειώσεις: παραβλέπω : η έννοια διαφοροποιείται ανάλογα με τον τρόπο που σχηματίζεται ο αόριστος. Με αόρ. παρέβλεψα (πρόθ. παρά) σημαίνει → κάνω πως δε βλέπω, ανέχομαι ή παραμελώ,… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • παραβλέπω — look aside pres subj act 1st sg παραβλέπω look aside pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβλέπω — ΝΜΑ παρορώ, αφήνω κάτι απαρατήρητο, προσπερνώ χωρίς να δω, χωρίς να προσέξω νεοελλ. 1. παραμελώ με τη θέληση μου, αδιαφορώ 2. προσποιούμαι ότι δεν βλέπω ή δεν καταλαβαίνω, ανέχομαι να γίνεται κάτι, φαίνομαι επιεικής 2. βλέπω πολύ καλά, έχω άριστη …   Dictionary of Greek

  • παραβλέπω — παράβλεψα 1. Βλέπω πολύ καλά: Βλέπω και παραβλέπω. 2. βλέπω κάπως, δεν βλέπω ικανοποιητικά: Μετά την εγχείρηση η γιαγιά δεν παραβλέπει. 3. κάνω πως δε βλέπω, αδιαφορώ, δε δίνω πολλή σημασία: Μπορεί να κάνει λάθη ο υπάλληλος, μα παράβλεπε και συ… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παραβλέπετε — παραβλέπω look aside pres imperat act 2nd pl παραβλέπω look aside pres ind act 2nd pl παραβλέπω look aside imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβλεπόμενον — παραβλέπω look aside pres part mp masc acc sg παραβλέπω look aside pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβλεψάμενον — παραβλέπω look aside aor part mid masc acc sg παραβλέπω look aside aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβλέπει — παραβλέπω look aside pres ind mp 2nd sg παραβλέπω look aside pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβλέπομεν — παραβλέπω look aside pres ind act 1st pl παραβλέπω look aside imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβλέπου — παραβλέπω look aside pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric) παραβλέπω look aside imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβλέπουσι — παραβλέπω look aside pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) παραβλέπω look aside pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»